Στήριξη /stiˈriksi/ Noun

English
backing
Português
apoio

Example

  • Η αστυνομία έδωσε στην πρόταση την πλήρη της [στήριξη].
  • The police gave the proposals their full backing.
  • Εδώ η 'στήριξη' είναι η επίσημη έγκριση.