Ενοποιώ /eno.piˈo/ Verb
- English
- consolidate
- Português
- consolidar
Example
- Με αυτή τη νέα ταινία, ο Καρυωτάκης **παγίωσε** τη θέση του ως ο κορυφαίος σκηνοθέτης της χώρας.
- With this new movie he has consolidated his position as the country's leading director.
- Το 'παγιώνω' δίνει έμφαση στη σταθερότητα και την αμετακίνητη θέση.