συμμετέχων /sim.bɛˈtɛ.xon/ Noun
- English
- participant
- Português
- participante
Example
- Ο μέσος όρος ηλικίας των **συμμετεχόντων** στη μελέτη ήταν 48 έτη.
- The average age of study participants was 48 years.
- Το 'συμμετέχων' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή για έρευνες.