Συνεπής /sinɛˈpis/ Επίθετο
- English
- consistent
- Português
- consistente
Example
- Η [συνεπής / σταθερή / αμετάβλητη] υποστήριξή της προς το φιλανθρωπικό έργο είναι αξιοθαύμαστη.
- She has been consistent in her support for the charity.
- Δείχνει μακροχρόνια δέσμευση, όχι απλώς μια στιγμή.