Αποσύρομαι / Βγαίνω στη σύνταξη /aposíro̞me/ Noun

English
retirement
Português
aposentadoria

Example

  • Απολαμβάνει τη [συνταξιοδότηση] της στην εξοχή.
  • She is enjoying her retirement in the countryside.
  • Η 'συνταξιοδότηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.