Συσχέτιση /si.sceˈti.si/ Noun
- English
- correlation
- Português
- correlação
Example
- Υπάρχει άμεση **συσχέτιση** (συνάφεια / συσχέτισμα / αλληλεξάρτηση) μεταξύ της έκθεσης στον ήλιο και του καρκίνου του δέρματος.
- There is a direct correlation between exposure to sun and skin cancer.
- Το 'άμεση' τονίζει τη δύναμη της σχέσης.