Συστηματικός /sistimɑˈtikos/ Επίθετο
- English
- systematic
- Português
- sistemático
Example
- Η εταιρεία ακολουθεί **συστηματική** προσέγγιση στις προσλήψεις.
- The company uses a systematic approach to hiring.
- Δείχνει ότι η διαδικασία είναι δομημένη και όχι τυχαία.