Θέση /ˈθesi/ Noun

English
position
Português
posição

Example

  • Οι στρατιώτες κράτησαν την [θέση] τους μέχρι την αυγή.
  • The soldiers held their position until dawn.
  • Εδώ η 'θέση' είναι στρατιωτική γραμμή άμυνας.