ειλικρινά /i.li.ci.ˈna/ Adjective

English
honest
Português
honesto(a)

Example

  • Είναι μια [τίμια] γυναίκα που δεν λέει ποτέ ψέματα.
  • She is an honest person who never lies.
  • Εδώ τονίζεται η ηθική αξία και η αξιοπιστία.