τσάι /t͡saˈi/ Noun

English
tea
Português
chá

Example

  • Η κυρία ετοίμασε ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι για τους καλεσμένους της.
  • She prepared a fresh pot of tea for her guests.
  • Το ρήμα 'ετοιμάζω' (imperfective) δείχνει τη διαδικασία.