Ευνοημένος /ev.noˈi.me.nos/ Ευτυχής
- English
- fortunate
- Português
- sortudo
Example
- Ήμασταν **τυχεροί** (ή: **ευνοημένοι**) που βρήκαμε θέση στο γεμάτο τρένο.
- We were fortunate to find a seat on the crowded train.
- Εδώ το 'τυχερός' τονίζει την απλή τύχη της στιγμής.