υπόβαθρο /iˈpoˈvaθro/ Noun

English
background
Português
formação

Example

  • Έρχεται από μουσικό [υπόβαθρο] — η [καταγωγή] της είναι καλλιτεχνική.
  • She comes from a musical background.
  • Εδώ το 'υπόβαθρο' είναι η βάση της καλλιτεχνικής της παιδείας.