βάτραχος /ˈvatrɑχos/ Noun

English
frog
Português

Example

  • Το κρώξιμο των βατράχων γέμισε τη νύχτα (κρώξιμο / βόγγος / γουργούρισμα).
  • The croaking of frogs filled the night air.
  • Το 'κρώξιμο' είναι η πιο τυπική λέξη για τον ήχο.