Υγεία /iˈʝia/ Noun

English
health
Português
saúde

Example

  • Η τακτική άσκηση είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη [υγεία] σου.
  • Regular exercise is vital for your long-term health.
  • Η λέξη «υγεία» εδώ καλύπτει το σώμα και το πνεύμα.