υπογραφή /i.po.ɣraˈfi/ Noun

English
signature
Português
assinatura

Example

  • Υπέγραψε το συμβόλαιο με την **υπογραφή** του (πλαστογράφηση / σφράγισμα / αποτύπωμα) — της. Η πράξη της πλαστογράφησης είναι σοβαρό ποινικό αδίκημα.
  • She forged his signature on the check.
  • Το ρήμα «υπογράφω» (to sign) είναι το κλειδί. Η πράξη είναι η «υπογραφή».