χόρτο /ˈxorto/ Noun

English
weed
Português
erva

Example

  • Ο κήπος ήταν γεμάτος με [ζιζάνια] που έπρεπε να ξεριζώσω.
  • The yard was overgrown with weeds.
  • Το 'ζιζάνιο' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.