Άφιξη /aˈfiɣi/ Noun

English
arrival
Русский
Прибытие

Example

  • Ζητούμε συγγνώμη για την καθυστερημένη [άφιξη] του τρένου.
  • We apologize for the late arrival of the train.
  • Το 'καθυστέρηση' (late) ταιριάζει μαγνητικά με την 'άφιξη'.