Αφήγηση /aˈfiʝisi/ Adjective

English
narrative
Русский
Нарратив

Example

  • Το παιχνίδι διαθέτει μια βαθιά **αφηγηματική** εμπειρία.
  • The game features a deep narrative experience.
  • Εδώ το 'αφηγηματικός' ταιριάζει τέλεια με το 'deep experience'.