αγαπημένο /aɣaˈpʲe.no/ Adjective

English
favourite
Русский
любимый

Example

  • Είναι μία από τις ταινίες που αγαπώ (προτιμώ / λατρεύω / εκτιμώ) ιδιαίτερα.
  • It's one of my favourite movies.
  • Το 'αγαπημένος' είναι το πιο ζεστό και κοινό.