ποδιά /læp/ Noun
- English
- lap
- Русский
- КРУГ (в контексте гонок) / КОЛЕНИ (в контексте отдыха)
Example
- Η γάτα πήδηξε στην αγκαλιά της. (Η γάτα πήδηξε στην αγκαλιά της / στην αγκαλιά της / στην αγκαλιά της)
- The cat jumped onto her lap.
- Το 'αγκαλιά' είναι η πιο φυσική επιλογή για το σώμα.