αιώνας /eˈon/ Noun

English
century
Русский
век

Example

  • Πριν έναν αιώνα, το Βαλπαραΐσο ήταν το κύριο λιμάνι της χώρας.
  • A century ago, Valparaiso was the country's main port.
  • Το 'πριν έναν αιώνα' είναι η πιο φυσική έκφραση.