ακριβός /akriˈvos/ Adjective

English
expensive
Русский
дорогой

Example

  • Αγόρασαν ένα ακριβό (πολυτελές / ακριβό / κοστοβόρο) αυτοκίνητο.
  • They bought an expensive car.
  • Στην Ελλάδα, η αναφορά στην ακριβή αγορά συχνά υποδηλώνει και ποιότητα.