Αξιόπιστος /aksiˈpopistos/ Adjective

English
credible
Русский
достоверный

Example

  • Η αστυνομία βρήκε τον ισχυρισμό του [αξιόπιστος/πιστευτός/έγκυρος] — η μαρτυρία του κράτησε.
  • The police found his alibi to be credible.
  • Στην αστυνομική ορολογία, το 'έγκυρος' είναι πιο συχνό.