Ανάκαμψη /anaˈkamp.si/ Noun
- English
- recovery
- Русский
- Восстановление
Example
- Η Μυρτώ έκανε θαυμαστή **ανάκτηση** (ανάρρωση / αποκατάσταση / επιστροφή) μετά το ατύχημα.
- She made a miraculous recovery after the accident.
- Στην ιατρική, το «ανάρρωση» είναι πιο συχνό για το σώμα.