Ανάλυση /anaˈlisi/ Noun
- English
- analysis
- Русский
- анализ
Example
- Η **ανάλυση** (εξέταση / διερεύνηση / αποτίμηση) των δεδομένων ανέδειξε μια εκπληκτική τάση.
- The data analysis revealed a surprising trend.
- Το 'ανάλυση' είναι το πιο ουδέτερο και ευρέως χρησιμοποιούμενο.