αρχαίος /arˈt͡ʃe.os/ Adjective
- English
- ancient
- Русский
- древний
Example
- Οι αρχαιολόγοι σκάβουν τους ερειπωμένους ναούς αυτής της **αρχαίας** [αρχαίας/παλαιάς/παλαιότατης] πολιτείας.
- Archaeologists are excavating the ruined temples of this ancient civilization.
- Η λέξη 'αρχαίος' εδώ συνδέεται άμεσα με την ιστορία.