χαλαρό /xaˈlaɾo/ Adjective
- English
- informal
- Русский
- неформальный
Example
- Το πάρτι είχε μια ανεπίσημη ατμόσφαιρα. (ανεπίσημη / πρόχειρη / χαλαρή)
- The party had an informal atmosphere.
- Η 'ανεπίσημη' είναι η πιο άμεση μετάφραση για κοινωνικές περιστάσεις.