αντάρτης /anˈdartis/ Ο ΑντάρτηςEnglishrebelРусскийбунтарьExampleΟι [αντάρτες] (στασιαστής / επαναστάτης / αποστάτης) ανέλαβαν τον έλεγχο του ορεινού περάσματος.The rebel forces took control of the border.Εδώ η έμφαση είναι στην ένοπλη δράση.