Αναλαμβάνω δράση /tæˈkəl/ Verb

English
tackle
Русский
взяться

Example

  • Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να [Αντιμετωπίσω] (Αντιμετωπίζω / Επιχειρώ να λύσω / Αναλαμβάνω) τον πληθωρισμό.
  • The government is determined to tackle inflation.
  • Εδώ τονίζεται η αποφασιστικότητα για δράση.