Ανάθεση /anaˈθesi/ Noun

English
delegation
Русский
делегирование

Example

  • Η **Αντιπροσωπεία** (εκπρόσωποι / σώμα / ομάδα) της Ολλανδίας στα Ηνωμένα Έθνη έφτασε νωρίς.
  • The Dutch delegation to the United Nations arrived early.
  • Το 'Αντιπροσωπεία' είναι το πιο άμεσο και ουδέτερο.