απεγνωσμένα /a.peɣnoˈsme.na/ Adverb

English
desperately
Русский
отчаянно

Example

  • Κοίταξε την αίθουσα **απελπιστικά** ψάχνοντας για όπλο.
  • She looked desperately around for a weapon.
  • Εδώ το 'απελπιστικά' τονίζει την έλλειψη επιλογών.