αποδρώ /a.poˈðro/ Verb

English
abscond
Русский
СБЕЖАТЬ (с целью уклонения)

Example

  • Ο ύποπτος [απέδρασε] (αόριστος) με τα κλεμμένα έγγραφα.
  • The suspect absconded with the stolen documents.
  • Εδώ τονίζεται η κλοπή και η φυγή.