τον έκαναν σακί /toŋ ˈekan saˈci/ Ρήμα
- English
- sack
- Русский
- уволить (в значении 'вышвырнуть')
Example
- Η Μαρία [απολύθηκε] (λύω/λύω/λύω) επειδή αρνήθηκε να δουλέψει τις Κυριακές.
- She was sacked for refusing to work on Sundays.
- Το «απολύομαι» (παθητική φωνή) είναι ο πιο φυσικός τρόπος να το πει κανείς.