Εξασφαλίζω / Σίγουρος /e.zasiˈfi.zo/ Επίθετο
- English
- secure
- Русский
- ОБЕСПЕЧИТЬ / НАДЁЖНЫЙ
Example
- Κατάφερε επιτέλους να βρει μια **ασφαλή** δουλειά στον τομέα της τεχνολογίας.
- He finally landed a secure job in tech.
- Εδώ τονίζεται η σταθερότητα και η έλλειψη κινδύνου απόλυσης.