αξιολογώ /a.ksi.o.lo.ˈʝo/ Verb
- English
- assess
- Русский
- Оценить (Perfective) / Оценивать (Imperfective)
Example
- Το σχολείο θα [αξιολογεί] (βαθμολογεί / κρίνει / ζυγίζει) την πρόοδο των μαθητών κάθε εξάμηνο.
- The school will assess the students' progress every term.
- Το 'αξιολογώ' είναι το στάνταρ για εκπαιδευτικές διαδικασίες.