Ανάποδα /anaˈpoda/ Adverb

English
backwards
Русский
назад / вспять

Example

  • Έχασα την ισορροπία μου και έπεσα [προς τα πίσω].
  • I lost my balance and fell backwards.
  • Η πιο κυριολεκτική και συχνή έκφραση για φυσική κίνηση.