Βεβαιότητα /veviˈotita/ NounEnglishcertaintyРусскийУверенностьExampleΔεν υπάρχει καμία **βεβαιότητα** ότι το έργο θα τελειώσει στην ώρα του.There is no certainty that the project will be finished on time.Εδώ τονίζεται η έλλειψη εγγύησης.