χαμένος /xaˈmenos/ AdjectiveEnglishlostРусскийпотерянныйExampleΧαθήκαμε μέσα στο λαβύρινθο των δρόμων.We got lost in the maze of streets.Χρησιμοποιείται το ρήμα 'χάνομαι' (αόριστος) για την πράξη.