Χειρουργική Επέμβαση /çi.ruɾ.ʝiˈki eˈpem.vi.si/ Noun
- English
- surgery
- Русский
- операция
Example
- Αναρρώνει από την καρδιακή [Χειρουργική / Εγχείρηση / Επέμβαση] — η ανάρρωση είναι αργή.
- He is recovering from heart surgery.
- Το 'Χειρουργική' εδώ είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.