χαίρομαι /xaˈɾome/ Adjective
- English
- glad
- Русский
- Рад (м.р.) / Рада (ж.р.)
Example
- Είμαι τόσο χαρούμενος που μπόρεσες να έρθεις στο πάρτι! (Χαίρομαι που μπόρεσες να έρθεις στο πάρτι!)
- I'm so glad you could come to the party.
- Το 'Χαίρομαι' είναι πιο άμεσο και ζεστό εδώ.