τανκ /tæŋk/ NounEnglishtankРусскийтанкExampleΗ **δεξαμενή** (lit1:φουλάρω/lit2:αδειάζω/lit3:βενζίνη) είναι σχεδόν άδεια.The fuel tank is nearly empty.Στην οδήγηση, το «φουλάρω» είναι η πιο συχνή λέξη για το γέμισμα.