διαπραγματεύομαι /ðjɐprɐɣmɐˈtevome/ Verb

English
negotiate
Русский
договариваться

Example

  • Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να [διαπραγματευτεί / συζητήσει / υποχωρήσει] με τρομοκράτες.
  • The government will not negotiate with terrorists.
  • Εδώ τονίζεται η άρνηση εισόδου σε διάλογο υπό πίεση.