Δικαιολογώ /ðikɛoˈloʝo/ Verb
- English
- justify
- Русский
- Оправдывать / Обосновать
Example
- Πώς μπορούν να [δικαιολογήσουν] (εξηγήσουν / τεκμηριώσουν / αιτιολογήσουν) το να πληρώνουν τόσο τεράστιους μισθούς;
- How can they justify paying such huge salaries?
- Εδώ τονίζεται η ηθική ή οικονομική αναγκαιότητα.