αντίξοος /anˈdiksos/ Επίθετο

English
adverse
Русский
неблагоприятный

Example

  • Η εταιρεία αναγκάστηκε να κλείσει λόγω των [δυσμενών / δυσμενής / δυσμενών] οικονομικών συνθηκών.
  • The project was cancelled due to adverse economic conditions.
  • Εδώ τονίζεται η αρνητική επίδραση στο οικονομικό κλίμα.