Έχω /ˈe.xo/ VerbEnglishhaveРусскийИметь (но чаще: У меня есть)ExampleΈχει καθαρό όραμα για τη μελλοντική της καριέρα. (Κατέχω / Διαθέτω / Κρατώ)She has a clear vision for her future career.Το «έχω» εδώ τονίζει την εσωτερική της βεβαιότητα.