εφευρίσκω / εφεύρω /efevˈrisko/ VerbEnglishinventРусскийизобретать/изобрестиExampleΠοιος **εφεύρε** τη μηχανή του ατμού;Who invented the steam engine?Εδώ χρησιμοποιείται ο Αόριστος (Perfective) για το ολοκληρωμένο γεγονός.