εκατό /ekaˈto/ Ουσιαστικό

English
hundred
Русский
Сто

Example

  • Συμμετείχαν **εκατό** παιδιά στη γιορτή.
  • One hundred children were invited to the party.
  • Η χρήση είναι άμεση και ουδέτερη.