ΕΚΠΑΙΔΕΥΩ /ekpeˈðevo/ Verb

English
educate
Русский
обучать

Example

  • Στόχος του σχολείου είναι να [καλλιεργεί] παιδιά από κάθε υπόβαθρο.
  • The school aims to educate children from all backgrounds.
  • Το 'καλλιεργώ' (cultivate) δίνει μια πιο ζεστή, οργανική εικόνα της μάθησης.