έκπτωση /ekˈptosi/ Noun

English
discount
Русский
скидка

Example

  • Προσφέρουμε 10% **έκπτωση** για έγκαιρες κρατήσεις.
  • We offer a 10% discount for early bookings.
  • Η 'έκπτωση' είναι ο βασικός όρος για προσφορές.