εμπορικό κέντρο / mall /emboɾiˈko ˈtʃen.dro/ Noun
- English
- mall
- Русский
- Торговый центр (ТЦ) / Молл
Example
- Πάμε στο [Εμπορικό Κέντρο] αυτό το Σαββατοκύριακο;
- Let's go to the mall this weekend.
- Το 'Εμπορικό Κέντρο' είναι η πιο ασφαλής και συχνή επιλογή.